γιγαρτώδης

γιγαρτ-ώδης, ες,
A like grape-stones, Thphr.HP 3.17.6, Thd.Is.1.25.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γιγαρτώδης — γιγαρτώδης, ες (AM) 1. όμοιος με τα κουκούτσια τού σταφυλιού 2. με πολλά κουκούτσια …   Dictionary of Greek

  • γιγαρτῶδες — γιγαρτώδης like grape stones masc/fem voc sg γιγαρτώδης like grape stones neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γιγαρτικός — γιγαρτικός, ή, όν (Μ) ο γιγαρτώδης …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.